1.Αφιέρωμα στον ποιητή Χαράλαμπο Μπαλτά
ΑΠΟ ΜΙΑΝ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΕΝΟΣ ΠΥΚΝΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ
[μεγάλο σκοτάδι, μικρό σκοτάδι, ολυμπιάδα, το δάσος, τα φώτα της πόλης, ο χωρισμός, της μετανάστριας, φιλοξενία, ομορφιά, δοκιμή σε λα, ερωτικό, γυναίκα, το αυγό του κόσμου, πόλεμος, ντοντζουλέ, περιφέροντας σάρκα μία, βόρεια οσετία, πολιτική, χρειάζεται ο ποιητής]
Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ
2.ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ – ΡΟΥΚ [η πτώση του στήθους]
3.ΕΥΑ ΜΥΛΩΝΑ [αι γενεαί νυν πάσαι]
4.ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ [ωδή στη Mina Loy]
5.ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΟΛΥΛΑ [κάθε βράδυ αυτοκτονώ με τον ίδιο τρόπο]
6.ΝΙΚΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ [λεξιλαστήριο χρήμα, το Αιγαίο πενθεί τον πολιτικό του]
7.ΘΑΝΟΣ ΧΡΥΣΑΚΗΣ [rapt plateau,azimuths]
8.ΜΑΤΙΝΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗ [κρασί από σφραγισμένα όνειρα]
9.ΚΩΣΤΗΣ ΓΚΙΜΟΣΟΥΛΗΣ [φτου κι απ’ την αρχή]
10.ΜΑΡΙΑ ΓΚΙΚΑ [άγγιγμα χλαμύδας, μονόλογοι μπροστά στο νερό, αιωνιότητα, ανερμήνευτα σύμβολα, σκέψεις μπροστά σ’ ένα φλιτζάνι καφέ]
11.MICHAEL MARCH [πέντε ποιήματα{μτφ.: κατερίνα αγγελάκη - ρουκ}, for figs…]
12.ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ [είδα στον ύπνο μου μια ολόκληρη σειρά από δάκρυα, καρπούζι, ισορροπία]
13.ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ [πως τα περνάω, τοπική αναισθησία, οίκαδε]
14.ΑΣΗΜΙΝΑ ΧΑΣΑΝΔΡΑ [α+β+γ, το κύτταρο μιας μέρας, της μεγίστης ημέρας]
15.ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΡΙΤΣΑΣ [ενυδρείο, παγωμένοι άγγελοι, κύκλοι, υπαρξιακή φιλόσοφη φύση]
16.ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ [ένας γέροντας στην ακροθαλασσιά]
17.ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ [δόγμα και δοξασία, διαχρονίες και συγχρονίες]
18.ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΕΡΒΕΛΑΚΗΣ [ξημέρωμα, ωδή στον αετό, άγονη γραμμή]
19.ΙΑΣΩΝ ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ [θέα από το κάστρο,4]
20.ΑΞΙΟΥΡΓΟΥ ΜΑΤΙΝΑ [ο έρωτας χωρίζει…]
21.ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ [χρυσαφένιες πέτρες στην οξφόρδη…]
22.ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΜΠΕΛΑΣ [εαρινή ισημερία]
23.KATERINA VALAORITIS [when I was a Godess]
24.ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ [άτιτλο]
25.SYLVIA PLATH [τα μανεκέν του Μονάχου, θαλιδομίδη, ο αιτών, τοτέμ, χειμωνιά ξαγρυπνώντας, παιδί, παραλυτικό, ευγένεια, λέξεις, μπαλόνια, ο κρεμασμένος{μτφ.:γιάννης αντιόχου}]
26.ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ [ειρηνικός]
27.ELENI SIKELIANOS [essay: when I think of sex, a moist fog]
28.ΒΛΑΣΣΗΣ ΚΟΚΚΩΝΗΣ[ο ποιητής ανακυκλώνει στην απώλεια]
ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΠΛΕΓΜΕΝΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
«Σσσς…είπα κι άλλο δεν ακούστηκε Παρ’ εκτός ένας των πλήκτρων του υπολογιστή διακριτός παλμός Μύρισα κιόλας λεμονανθούς ή όπως αλλιώς το λέω…μια συντροφιά της θηλυκής μικρής μου ερωμένης στη χώρα του αοράτου Να γδύνομαι στο επίπεδο δεξί κι αριστερό»
Γιάννης Αντιόχου
ΚΑΤΑ ΠΟΥ ΠΛΕΟΥΝ οι αρμπαρρόριζες, τα φοινικίσια μάτια σου, το απεχθές των ανοικτών λογαριασμών
–τα όνειρα; Και εάν φυλάγουν τα κλαδιά την καθημερινότητα πώς ν’ ανοίξουν τα μυστικά του δωματίου και εκεί δα να σε εγκλωβίσουν στα σκληρά μέταλλα! Ξέρεις αφού δε μ’ αγαπάς πώς ν’ απλώνεσαι στο πιο βαθύ μπλε και να αποκοιμιέσαι στα λινά σεντόνια τσαλακώνοντας τον έρωτά μου, αποκλείοντας έτσι τα ψηφία του πιο πικρού αλφάβητου. Μακριά με περιμένει το ποδήλατό μου σ’ ένα νησί να σε ταξιδέψω. Όλο το πάτωμα μέρες τώρα έχει ξεχειλίσει από δάκρυα και υγρό ωκεανό, ποντοπόρα καράβια οι λυγμοί μου και το ευτυχές της ιδιωτικής μου ζωής αλλά τι να το κάνεις, ο άνθρωπος φυλάγει τα πλέον καινούρια άλση των νερών, των λιμνών και των πελάγων. Η φωνή σου ηχεί σαν αφαιρετικό οξυγόνο ενός μωβ κυκλάμινου και πάντα περιμένω, χωρίς το Μάιο του δύο χιλιάδες τέσσερα, αλλά με το καλοκαίρι στο επόμενο σημειωτόν λυκόφως. Τι τα θες, κατάλληλα όλα ακόμη και τα βράδυα των μεσονυχτίων μου που δεν είναι τίποτα άλλο από την ιδιόκτητη ταφή των πόθων μου. Στο γραφείο παραμονεύουν σιωπές και χαρτιά νούφαρα μιας περασμένης νεότητας. Διακρίνω το διαρκές Βέρμιον να με πνίγει και το Ικάριο πέλαγος να υποκρίνεται θαλασσοταραχές, πώς να σε συλλαβίσω άραγε; Μένουν τα σπίτια ίδια και οι σκοτεινές προσωπογραφίες του ελάχιστου Πόντου. Κανείς κανενός και εάν μου ανήκει ο αδάμαντας χειμώνας;
Όμως δεν είναι αυτό που ζητώ. Αναζητώ την ατμόσφαιρα των υλικών μου πάνω σε σκαλοπάτια του σύμπαντος που να σε φθάνουν ακόμη και όταν δεν υφίστασαι, ακόμη και όταν αόρατη με κυριεύεις με συναισθήματα και αχόρταγα σπλάχνα, ας είναι, γερνάω και αυτό ακόμη βαθύτερα με κάνει ν’ αποτραβιέμαι μα όταν εκείνη που μου τραγουδά ηφαίστεια αναδύεται, μια εύστροφη κίνηση φέρνει το ακουστικό του τηλεφώνου στα χέρια μου, βλέπω προπλάσματα και ευκρινή αινίγματα που δεν μπορώ να λύσω. Και κει καταλήγω σε συμπεράσματα αιτιοκρατικά με εμφανή κίτρινα παράθυρα γάζες με αιθέρα και ενίοτε εν δράσει χέρια του ακατάληπτου που πιάνονται πάνω στο γραφείο χωρίς χωρίς το Μάιο του δύο χιλιάδες τέσσερα. Μακράν.
Τα ναυάγια μιλούν τα Σαββατόβραδα και εμείς σε μιαν έκταση από κόκκινο ηφαιστειογενές χώμα και μένω μόνη σ’ αυτό το ακρωτήρι να ρεμβάζω τα μονοπάτια της περιοχής του τέθριππου που όλο το ατλάζι υποκρίνεται και το στρείδι κατά βούλησιν ονομάζεται και καταγράφεται σ’ ένα παρονομαστή με δείκτη περασμένα μεσάνυχτα. Ναι, περασμένα μεσάνυχτα και επιμένω να συνομιλώ μέσω e-mail με τους μελαγχολικούς ποιητές μου στα ίδια σημεία που τα μηνύματα μας ονομάζουν έναν καινούριο έρωτα, αχ αυτές οι λέξεις!
Το σκοτάδι νιώθω να προεξέχει και να μ’ αγαπά. Κάθε νύκτα τα φαινόμενα με τα κυπαρισσόξυλα και το ύδωρ με τις ανηφοριές του με γεμίζει με αντίθετα συστατικά του πέραν. Παλαιότερα πριν δέκα χρόνια η κλίμακα του χειμώνα με γυρνούσε σ’ αυτά που θα με άφηναν στις νομοθεσίες του συνειρμείτω, μιαν άλλη υπόσταση του εδώ και τώρα. Ο χειμώνας τότε ήταν πεπρωμένο ενός αδιάλλειπτου σχεδόν ισομετρικού τριγώνου των σωμάτων, αλλά τι τα θες. Σαν χελιδόνι που δε βρίσκει τη φωλιά του, γύρισα. Γκρεμοτσακίστηκα!
Η λαθροχειρία του έρωτα δε σε κάνει ποτέ πλούσιο. Και είναι αυτό το σημαίνον. Δεν προσπάθησα τα βήματα να ξεκολλήσω από την ερασμιότητα -μια στιγμή- που κοιτάς και τι γυρεύεις στον ουρανό με την ουρά του χαρταετού πάνω σου να βασιλεύει, σε τι πρίσματα πάνω πέφτει το ζάρι και τι νούμερο δείχνει τώρα η τύχη σου από τα πριν. Περπατάς και τις πιθανότητες να ξανασυναντηθούμε στα επόμενα τέταρτα του αιώνος κάνεις εφικτά που δεν τολμώ να ψιθυρίσω τα παίγνια της καθαρότητας. Πού βρίσκεται το κλειδί σου και ποιο κορίτσι κοιμάται στα όνειρά σου, με τι αίμα καθαγιάζεται το υπαρκτό σώμα του αναίτιου και πώς ξεντύνεται το πιο διαφορετικό μήκος των μετατοπίσεών σου. Περνάει το πικρό στόμιο της ώρας που δε σε βρίσκει στο σύμπαν της φωτιάς, και γιατί, μα γιατί;
Ολάκαιρη η σιωπή των φυτών στο γραφείο με ακολουθεί και’ γω εξακολουθώ να μαζεύω το νήμα του Θησέα. Η αντίληψη της Παναγίας στο ίδιο δυναμικό φορτίο που μυρίζει το έλαιο στο πιο κρυφό ήλιο του καημού μοιάζει να επενεργεί ευεργετικά στον άνθρωπο που καταβάλλεται παράλληλα με τόσα πολλά πράγματα. Αν είναι να γυρνάς στον ίδιο τόπο του εγκλήματος ως θύμα για δεύτερη φορά δένεσαι με μικρά φαρμάκια στον πάγκο της κουζίνας. Και καταπίνεις τη συνείδησή σου ήσυχη. Ας είναι.
Γιατί να δοκιμάζω τα παράξενα αλφάβητα που επαναλαμβάνονται πάνω σου με ροή κυανών αναγνωσμάτων εύφλεκτου «ίσως» και «ναι» και «όχι», μα ποτέ αθροίσματος μιας ανήλικης νεότητας. Μιας καθυστερημένης εφηβείας που ποτέ δεν αναβλήθηκε ως κάτι άλλο πιο σημαντικό. Στην ουσία διαβάζω όπως θέλει η ψυχή μου και δεν μετανιώνω. Και η ψυχή μου θέλει κάθετα!
Όγκος παλίρροια φωτιά και ένα μικρό σπιτάκι
Καταμεσής
Εσύ και ένα λουλούδι, λουλούδι μου
Χάδι αμήν των ονειρώξεων
Αμήν επιστρέφω το στόμα το φιλί και το πυκνό στερέωμα
Νυκτός κάποιος
Εσύ και το ελάφι στο κρουστό της δαγκωματιάς
Άγνωστος –
Κοιτάς θεωρώ βρίσκω και πεθαίνω τρυφεραίνοντας, αχ
Κατακαλόκαιρο αίφνης σταγόνες αιθήρ κυνηγιούνται χωρίς
Τέλος με
Μιαν άλλη γωνία του χαρταετού στα συρτάρια χέρια
Καταρχήν ευδία του ουρανού μου στα πόδια μου ανάμεσα
Το βότανο της Παναγιάς μεσημβρία που δεν στείχονται
Οι λέξεις μες τη ζωή μου –επανάσταση Γαλλική
Η αιτία να βουρκώνουν τα σπλάχνα
Που δεν, γιατί δεν ακούω δεν βλέπω δεν αισθάνομαι –Νεκρός
Δείπνος για τρεις
1.
Όχι τόσο βαθιά
όπως στην αρχαία Κίνα
ο τρόπος
που σκίζεται η πέτσα
πάντα
απελευθέρωση
αν όχι
δύο ξύλα.
2.
Κάστανα
νερά ρηχά
«και θλίψη θλίψη
σαν βροχή»
ποιος έφερε
τούτο το φίδι με τα κοσμήματα
τόσο αθόρυβο.
3.
Ήρθαμε μες στη νύχτα
χαμηλά πάνω απ’τους αγρούς
οι φωτιές εξαπολύουν
ένα ασυνείδητο μονοπάτι.
Ήρθαμε μες στη νύχτα
βαθιά εγκατεστημένοι στους
εαυτούς μας.
Ήσουνα ξύπνιος
όταν ήρθαμε.
4.
Ξενοφώντα
φώναξες
κάτω απ’τα σκεπάσματα
την άσπρη κορυφογραμμή
τον όλο κι αραιότερο αέρα.
Ξενοφώντα
χάθηκε για πάντα
εκείνο το χειμώνα
ενάντια στο χιόνι.
5.
Έπεσες
διαπερνώντας τον εαυτό σου
αυτό που ήταν γνωστό
σπινθήρισε ο πόλεμος
στον ουρανό της νύχτας.
Το χέρι της ήταν ζεστό
ποια ήταν τα λόγια της
δεν ήταν για μας
δεν ήταν για μας.
Α .κρύσταλλο νόημα, άγνωστου x, σε μειονότητες ακραίων αναλογιών ασεβώντας σε μιαν άλλη πραγματικότητα
την ενδεχόμενη σιωπή, γιατί έτσι πρέπει. Αχόρταγα.
Β. χάνοντας και λούζοντας το μικρό παιδί, οι δεσμοί ερμηνεύονται σαν άλλοι καιροί –σιγή- οδύρονται τα
πνεύματα σχηματίζουν την άλλη εικόνα, την άλλη δομή –εσένα, αγάπη μου.
Γ. λείπουν τα χείλη αδοκίμαστα σε ελάχιστο πυκνό βλέμμα. παλιοκαιρίζουν οι θεοί τα σχήματα το εύφλευκτο
συλλαβικό τώρα. εγκαταλείπω πια. δε με χρειάζεσαι.
Η εκφραστική που θα μπορούσε να μας εννοήσει σε μιαν άλλου είδους ζωή όπου για λίγο μοιραζόμαστε μέσα σ’ ένα πόλεμο φωνηέντων την κατ’ αναλογίαν δόνηση δεν είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που περιμέναμε στην πόρτα μας παρά η ποίηση.
Το μυστικό της αίσθησης που ο χώρος σημαδεύει και μια λευκή τυχαία φιλία που καθορίζει το αλφάβητο αναδύει στην οθόνη έναν κήπο που πιθανά ζει μέσα μας.
Ξέρει σε μια ήρεμη νηφάλια Λίμνη του αγέρα το πετροκίσσαμο να λαξεύει το διαμαντικό στο βαρύ χειμώνα με δεξιότητες πρωτόπειρες. Όπου το δάκρυ σε κύμα έρχεται να διαβάσει ένα ποίημα μια εσοχή ένα σώμα –τη διαφορά ή την έλξη.
Το ανάκτορο της μικρής Ανακτορίας, όπου όνομα και τραγούδι βασιλικών λευκάνθεμο σε μορφή ενώνει μια ιστορία στη μνήμη, ιστορεί.
Βαθαίνει σε μια κρυφή ηλιόλουστη μέρα το δένδρο της ζωής. Ο έρωτας στην αυλή εγγίζει τα μύρια διάδοχα του ονείρου και αρπάζει μια οπτική δική σου που είτε το θέλεις είτε όχι οδηγεί μονοσήμαντα σ’ ένα τηλεγραφείο φιλιών. Το σώμα αναστατώνεται και ό,τι ο,τιδήποτε στο αυτί επικρατεί ως ήχος είναι δυνατόν να υπολογισθεί σα μια δύναμη τελευταία. Παλεύεις με τα χρυσά από ανολοκλήρωτους έρωτες. Και περιμένεις. Μόνη σ’ ένα γλωσσικό ηφαίστειο που κανένας κάποτε δε θα ανιχνεύει. Τόσο καλά κρυμμένο το σημαίνον, μα σημαίνον…
Σπάνια εσύ προσεκτικά βάζεις το χέρι στο κάνιστρο κάθε μέρα μια μακρινή αργή επανάσταση σε αλλάζει σε αποκλείει απ’ την καθημερινότητα που μερικές φορές ποθείς. Να οδηγείς τα ψηφία κατά κει που πλέουν των λατόμων τα όνειρα. Μια φωτογραφία που δυαδίζει την αμέλεια. Και τι;
Να κρατάς ένα ρούχο άσπρο την Κυριακή του έσχατου μια μαζί μια χώρια τα λουλούδια που νογούν και ομιλούν καθώς παίρνουν σχήμα τα λόγια στα χέρια μας. Εδώ συναποτελούν το ύστατο με την άκρα συγκίνηση τα όρια του πεύκου. Μαζί μέλισσες παραξενεύονται, κρυφακούουν και ανηφορίζουν για καταστάσεις του κόκκινου και του μπλε της πεταλούδας.
Ενδημεί το φέγγος μιας ηλιαχτίδας, το πέρασμα σ’ έναν θάμνο νύχτα με πανσέληνο σε μια ακρογυαλιά δίπλα στο Πόρτο-Χέλι πίσω απ’ την εκκλησιά, οι σκιές και το χέρι που μας μετρά στις ακροβασίες. Αγαπούν τα σώματα το κρύσταλλο νερό βαριά κει που’ ναι όλα άσπρα. Καθώς πελώρια πουλιά παραπλανούν άλλα πουλιά και σέρνουν τα κατοικίδια σε μια μακρινή χώρα όπου από το σκοπό ως το αποτέλεσμα λίγο απέχουν οι συγγένειες. Μαζί μπορούμε πιο πολύ. Η φλόγα του πρώτου πάντα λικνίζει μπροστά την άλλη μεριά μια πρώτη φύση –το γράμμα καθρέπτης.
Γίνου ανήφορος για τον άλλον που σου αποκαλύπτεται με υπερμεγέθη πραγματικά, το προνόμιο των λαιμών να συγκρατούν ζωγραφιστά την ερημία όπου και να βρίσκεται και όχι ποτέ. Ήδη τα πιο λεπτουργημένα κυανά σε στροφές και στίχους. Αγγίζεις αυτά που χάνονται για τους άλλους αλλά ποτέ κατά λάθος. Αναπνέεις σαν ύδωρ σε ψαροκάϊκο, κομμάτια συναρμολογείς τα υπαίτια και συγγνώμη όπου και το σημερινό που θες να μην αγνοείς. Τη μια συμπαθείς και αντιπαθείς απ’ την άλλη το ίδιο αρχαϊκό χτίσμα, πώς να μοιάζεις ήρεμη όταν πνίγεις και αναδύεις τα εικοσιτετράωρα με μια μόνη σκέψη. Των σαράντα βαθμών το πυρετό.
Όπου ανήκει η μελαγχολία τον αιώνα βγάνει σε μια άλλη χώρα καθρεπτίζεις το κατά τι άλλο, το σπιτάκι που μεγάλωσες που τώρα δε ζητάει ποτέ το πέρας ενός ισθμού και αποκοιμιέσαι. Όλα στο ακρωτήρι αποφασίζουν εσένα. Σ’ ανασηκώνουν από τη λύπη και γράφεις. Και ξορκίζεις το κακό. Κι όμως ένα που αγνοείς είναι αυτό που ανακαλύπτεις σιγά στην αρχή της ομιλίας παρά της γης.
Ώστε γνωρίζει το μαύρο του Κρατήγου ο κήπος με την αρμύρα απ΄ την εστία αργά αναδύεται ο χρησμός της γυναίκας γιατί αγαπώ το μεσημέρι που πιστεύεις. Που είσαι εσύ.
Να διακρίνουμε το παρόν
αυτό το χρυσάνθεμο απόγευμα
να το ξεχωρίσουμε απ’ όλα τα δεινά του
να δούμε καθαρά λοιπόν:
δράκος ή μοίρα;
- μόνο τα σήμαντρα του Βούδα μας καλούν τώρα
ή μήπως μας καταργούν;
Ένα σχέδιο διαφυγής
στην ενδοχώρα των μυστικών
ματαιώνεται:
στον ύπερο του λωτού
καρφώθηκε η λιμπελούλα
Τα χόρτα κιτρίνισαν απότομα,
η βροχή είναι κοντά
τη μυρίζω στα μαλλιά σου
θα μας προλάβει πάλι
προτού φτάσουμε στον ουρανό.
Είναι το υπέροχο πράσινο φως
διυλισμένο φτάνει έως εδώ
αφήνει στα μέσα φυλλώματα των δέντρων
ένα χνούδι από το σύμπαν –
να έρθω μαζί σου;
Ιδεογράμματα σε βράχους, σε δέντρα, στα φύλλα,
αλλά η εμμονή του ζευγαριού
να πει μόνο το άνθος του ρυζιού.
Βλέπω
τα μανιτάρια που ευδοκιμούν
στην υγρασία των τάφων.
Σύμβολα αδιάφορα της γονιμότητας των νεκρών.
Τα μετρώ, πέντε στη σειρά,
η ακρίβεια της γραμματικής.
Φυτρώνει στο χώμα το μάθημα,
η φυτολογική εκδοχή της ηθικής:
να διαβάσουμε τα Ανάλεκτα του κομφουκιανού κανόνα
στην ευφορία των μνημάτων.
Στα βλαστάρια της φτέρης
στην άκρη του κήπου
παίζει μια αλκυόνη
τσιμπολογάει τίποτα και πάντα
πλησιάζεις, δεν βαστιέται
- μα ξυπνάς μέσα στις φωνές
ενός άλλου κόσμου
με φτέρες τεράστιες που φτάνουν ως τη γη,
αλλά δεν κατεβαίνεις,
θέλεις να μείνεις αλκυόνη
μέσα στις αλκυόνες.
Η παιωνία μαράθηκε τελικά
παρά τις ομολογουμένως άοκνες φροντίδες των κηπουρών.
Άσπιλη,
λευκή της προκλητικής αθωότητος λίγο πριν,
καταρρέει,
εξατμίζεται πλέον τώρα –
ή μήπως εξαγνίζεται κι άλλο;
Στα φύλλα της διακρίνεται μόνο ένα παράπονο,
το κλείσιμο των λογαριασμών με το υπερπέραν
της καταγωγής της,
ένα χαίρε στον σπόρο εκείνον
που της έδωσε υπόσταση παροδική, αλλά άξια
να φτάσει αισίως
έως τα ενδότερα του Θερινού Παλατιού.
Σαν την γύρη των λουλουδιών
σαν την αιφνίδια ωραιότητα της δαμασκηνιάς
δεν σκύβει στον τρόμο της φύσης
αρνείται να σε δει σαν εχθρό
σαν το μέλι των θάμνων, έτσι
ένα το κέρδος από το ελάχιστο
ο τόκος ο σημαντικός
από το κενό στο πλήρωμα
ή άλως από τα περίχωρα της Σαγκάης
ένα χρυσαφένιο έντομο
η ακεραιότητα μήπως;
Τώρα στη λίθινη στήλη με τα γνωμικά
τις παραβολές των ταοϊστών
να μελετώ το πολύ της πράξης από το λίγο της ζωής
ν’ αντιγράφω τα παράδοξα της δύσης του ηλίου
ώρες του νεφρίτη, του όνυχα
η ανάγκη μετά ν’ ανέβω
το μεγάλο ποτάμι της νύχτας
η αίγλη.
Ινδάλματα και απωθημένα αυτής της χώρας
αποτυπωμένα με σπάνια ορμή στα άψυχα.
Είναι οι πέτρες, οι βράχοι, οι κορμοί των δέντρων
που αλλάζουν, που γίνονται με τον καιρό
δόξα, επιχειρήματα, εκμαγεία στοχασμών.
Όπως αυτά εδώ τα ταφικά ενθύμια,
που σε περιβάλλουν την ώρα της περίσκεψης
- γράφτηκαν βέβαια για σένα,
είναι εγχειρίδια πολιτικής ιστορίας.
Εμείς είμαστε οι φιλοξενούμενοι
οι παροδικοί αναγνώστες,
κάποτε ανίδεοι, ανεπίδεκτοι σημάτων.
Οι τάφοι – βιβλία είναι οι οικοδεσπότες.
κι όμως μένει το αποτύπωμα της διπλής ευτυχίας
χαραγμένο στη μνήμη του ξύλου και του μαρμάρου
σαν σφραγίδα μιας ανείπωτης γαλήνης
να κοσμεί τα περίοπτα σημεία της πόλης
τις εισόδους των ναών
τις πολυτελείς αίθουσες των ξενοδοχείων
το μονόγραμμα της παλαιάς σινικής ευχής
υπόσχεση ανύψωσης στην αρμονία.
Όπως η μουσική από το φλάουτο
του δόκιμου μοναχού
το μη βάρος του ουσιώδους
χωρίς μεσάζοντες, χωρίς φιλοφρονήσεις
μιας ασήμαντης ρητορείας
το μήνυμα φτάνει από εκεί
που δεν το περιμέναμε
όχι τόσο διφορούμενο, ή δυσνόητο, αλλά
ξαφνικά δικό μας σαν το σκοτάδι μας
που δεν μπορούμε βέβαια να το πούμε
ούτε καν να το δείξουμε
λες και είναι κλεμμένο διαμάντι
μια ατίμωση ή μια έκλαμψη
έγινε ένα με τα χρώματα του φθινοπώρου.
Η ιτιά βουβή σήμερα
από το πρωί ούτε ένα χρησμό.
Ο αυλός μόνο λέει τ’ όνομά σου
από το αντικρινό λιβάδι
θα το σκεπάσει όμως κι αυτό
η νεροσυρμή
που κατεβαίνει σε λίγο από το βουνό.
Πρόσεχε.
Καθαρό θυμίαμα
προσφορά ανυπόκριτη
για τις ψυχές των προγόνων
από την αυλή των γειτόνων.
Λες να σε λογαριάζουν όμως
κι εσένα με τους νεκρούς;
Όταν σε χαιρετούν κάθε πρωί,
ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει
στη μνήμη τους.
Το μεσημέρι πέρασε θριαμβευτικά
μέσα στις ίνες μας
αφήνοντας πίσω του δυο-τρία
αποσπάσματα του μεταξιού.
Πεζούλια σπιτιών και κήπων
νοτισμένα από τη σκέψη
και την παντοδύναμη υγρασία των τροπικών
- στιγμές για απομνημόνευση.
Πέτρα σκούρα, πράσινη
πολύτιμος αλεξανδρίτης
από τα ορυχεία της Βραζιλίας
στις αγορές του Χονγκ Κονγκ
επιμελώς κατεργασμένος, αλλά δίβουλος
τρίβεται πάνω σου το χρήμα, ο χρόνος
μένεις αγέρωχος
κλείνεις μέσα σου άγρια φονικά
επαναστάσεις και λίγη άμμο του Αμαζονίου
- το ξέρεις όμως καλά
σε αγοράζουν για να επενδύσουν
ανασφάλειες και φόβους.
Το Σάββατο της αγοράς,
το κέρδος να σημαίνει σταθερά εγώ.
Πανδαιμόνιο των φυλών,
που διεκδικούν τον Ειρηνικό.
Εσύ μένεις πάλι με τα κίτρινα χρυσάνθεμα
στο χέρι, όχι εκστατικός,
αλλά σίγουρος ότι τα βλέπεις όλα αντεστραμμένα
τα πάνω κάτω της ζωής σ’ αυτή τη κόχη της γης,
όπου τα χρώματα μόνο σε στηρίζουν
να μείνεις κι άλλο, όσο θέλεις
από την πλευρά του ονείρου.
Σκίζουν την μενεξεδιά ομίχλη, κεράκια που τρεμοσβύνουν, βαδίζουν ευλαβικά στο δρόμο με τις ακακίες, ο επιτάφιος μια στραγγαλισμένη χαρά, ένα σύννεφο μενεξέδες στο στήθος με πνίγει, μαδημένοι μενεξέδες και λευκές βιολέττες, πασχαλιές, λιβάνι, ράσα από αμέθυστο
ο επιτάφιος της εφηβείας
ο επιτάφιος της ωραιότητας.
Δάκρυα από μουσική της Μεγάλης Παρασκευής, υγρή άνοιξη, η στρατιωτική μπάντα βαδίζει βαριά πάνω στην καρδιά μου.
Αστραφτερές τεθλασμένες οι αστραπές, φωνές από βαθύ βελούδο:
ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΝΥΝ ΠΑΣΑΙ.
Βρέχει, βρέχει άλλη μια φορά, στον ετοιμοθάνατο πλανήτη.
Ερχόμενος ξανά μέσα από λαξευτές σιωπές παλλόμενες και φωτοβόλες.Φως της νύχτας και λυτρωμένο πρωϊνό.Πριν κι ανάμεσα σε ‘σένα δεχόμενος εμένα,βλέμμα μακρόσυρτο της νύχτας και άγρια χαρά μεγαλωμένη σ’ονείρων πόλους και τροχιές,ξανά ‘ρχομαι.Σ’ένα πλησίασμα αλλοτινής ματιάς και άκουσμα ξανά ερχόμενο ξανά,ξανά,ξανά πάλι διαχέονται οι λαξευτές σιωπές παλλόμενες και φωτοβόλες κι ανάμεσά τους ερχόμενες ώρες,ώρες με ‘σένα εάν εμένα νυχτερινές αχτίδες,κι άλλη μια λαξευτή όμορφη σιωπή στα χείλη της μέρας,εάν.Ήχοι,αχοί μεγαλωμένοι σε όχθες,τιτάνιοι ψίθυροι εκεί που άμπωτη έχει η μέρα και νύχτα πλημμυρίζει.Ποιό σώμα αντηχεί ποια στιγμή πλέει κλαδί στο νερό;Ξαναθυμάμαι σιωπές παλλόμενες και ηχοβόλες,ατέρμονες,επιστρέφοντας ξανά.
Χαρτογράφος.
2.
Σε ποια των δαχτύλων σου ακρώρια κατοικεί ο ψίθυρος,η έκρηξη;Σε ποια γεωγραφία να δοκιμάζεται αρχίζει το βλέμμα μου;Ποια φωνή εκρήγνοντας διαστέλλει το σώμα μου να ψιθυρίζει στο επίμονο χρώμα των άδειων χεριών σου;Αυτές οι Ημέρες!
Σ’αυτές μέσα την ματιά μας αδειάζουμε κι απ’τις στάχτες νεκρών αστεριών Γεννημένοι!
3.
Ανταύγασμα λέξης πυρογέννητης κι ανήκουστος ιριδισμός λεπτών συννέφων πελώριοι λίθοι.Σμιλεμένοι λίθοι από ματιές λείες λυκόφωτες σκέψεις σχεδόν με σάρκα από σάρκα σε χώρες παταγονίες ατέλειωτες,μικρές κόρες τ’ονείρου χορεύοντας,ψιθυρίζουν έναν θυμό.Και’συ,για μια ακόμη φορά τις ώρες των χναριών ακολούθησες….μετά σηκώθηκε κι άφησες να φύγει τον εαυτό σου.Κι αφουγκράστηκες μικρά δέντρα να κοιμούνται στα δικά του όνειρα,και διάπυρες ριπές σε ουρανό να σκαρφαλώνουν.
Ν’αδειάσει το κορμί του πάει το βράδυ ενώ λαμνοκοπούν τ’αστέρια ακόμη στην πνοή του,στων πιο μικρών θορύβων τα υψίπεδα
ενώ
η Σίβυλλα σε κάποιον βράχο καθισμένη ψιθυρίζει…Ριπές Ανέμου.
Ψήγματα νερένιων ψιθύρων.Διάπυρα,άπειρα τοπία,προσώπων γεωγραφίες,χρόνου ψήγματα,σωμάτων γεωμετρίες δίχως όρια,λέξεις μελίσσια,αμόνι σιωπής,θανής κράμα,και ήμουν εγώ και η πύλη μισάνοιχτη από μέσα,μιαν άχνα το σώμα,εσώτερη διάσταση,πλησμονή χαλκευμένη,περπάτησέ με στου Χρόνου το χρώμα,(αλήθεια,ποιο είναι;),στα νοητά σου δάχτυλα,συνάντησέ με,συνάντησέ με,και το πραγματικό απέιρου θραύσμα,να σε κοιτά να σε θωπεύει,γεμάτο πείσμα,συνάντησέ με,προσώπων γεωγραφίες,άχνες σε αντικείμενα ψελλίσματα,διαπέρνα την σκόνη,δώσε μου να πιω μουσική,κλωστή την κλωστή,ίχνη σε ίχνη πάνω,ιστός
&
η χερσόνησος Gower μια θάλασσα βόρεια κοιτά να ταξιδεύει.
απογοητεύεις την πραγματικότητα υποφέρει από το βάρος της περιγραφής σου πάνω της.ο ύπνος σου γεμίζει προβλήματα εύχεσαι να είναι σύμβολα.τα όνειρα είναι χρήματα καθημερινά τους μιλάς με αγάπη αγαπάς τις λέξεις.σύμπτωση είναι η στενή σχέση της πραγματικότητας με τη θέληση σου;η μνήμη ανύποπτη δε θυμάσαι τίποτα χωρίς τη δικαιολογία της ύπαρξης.δεν κοιτάς ποτέ στον καθρέπτη την αγωνία της ειρωνίας.είσαι τόσο επιδέξιος με τις λέξεις ώστε κάθε τι πραγματοποιείται.η θέληση είναι μαντική.η πραγματικότητα είναι επινόηση του παρελθόντος.
αύγουστο
στην ψυχή του πελάγου
.
πάει
.
με την αλμυρή καρδιά
.
το φίδι του νερού
που πάχαινε με το φεγγάρι
.
χωρίς τε
μαινάδα τον έπνιξε
.
η Λαμνώ
στα δάκρυα η αδιαφορία
.
στο αγιοβασίλεμα
.
η κοιλιά του αυγούστου έσκασε
.
η ενηλικίωση της αδιαφορίας.ιστιοδρομία σε θάλασσα ανοιχτή ορίζοντας χωρίς τα νησιά του αιγαίου βουλιάξανε στο άχτι τους.δεν ήταν καλύτερα όταν πιστεύαμε.στα δύσκολα τώρα γυμνούς δε θα μας κοροϊδέψει ο χειμώνας.θεωρία σίγουρα κάπου χτίζεται ήδη καινούργια.προς το παρόν μας ζεσταίνει ο κερδώος ήλιος
Το αντίτυπο από τα Ποιήματα 1924 - 1946
Γράφει στο εσώφυλλο «Ν. Γ. Δήμος, Φλεβάρης 1952».
Ούτε δέκα επτά.
(Έγραφα, τότε Φλεβάρης.
Σήμερα:Φεβρουάριος).
Έφηβος, δεν βούλιαξα με την «Κίχλη».
Με μεθούσε ο «Ερωτικός Λόγος».
Τον τραγουδούσα –τον χόρευα.
Μου άρεσαν και άλλα ποιήματα, όπως
«Ένας γέροντας στην ακροποταμιά».
Δεν θέλω τίποτα άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη
-έτσι ήθελα να μιλώ στα ποιήματά μου.
(Κι έγραφα τότε, κάθε μέρα).
Τώρα είμαι εγώ ο γέροντας.
Ποτάμια δεν έχουμε στην Αττική, τα χτίσαμε.
Κάθομαι σε ένα βράχο,
κοιτώντας μια βρώμικη παραλία.
Ένας γέροντας στην ακροθαλασσιά
(πότε πέρασαν πενήντα δύο χρόνια!)
θυμάται άλλους στίχους:
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και
βούλιαξε μέσα στην άμμο.
Σε πρόδωσα Γιώργο Σεφέρη
και την ποίηση την πρόδωσα.
Τρία ποιήματα σε δέκα χρόνια!
Μου έλειψε η ψευδαίσθηση της έμπνευσης.
Ισχυρό ναρκωτικό.
Τώρα με άλλα φάρμακα φεύγω.